Δυσκολία προσαρμογής σε χρόνια προβλήματα υγείας ή πρόσφατη διάγνωση - καρκίνος


Η αντιληπτική ικανότητα του ατόμου στο τελικό στάδιο του καρκίνου

Όταν έμαθα για πρώτη φόρα το θέμα του συνεδρίου, “Το τέλος της ζωής στον καρκίνο”, ασυναίσθητα σκέφτηκα: Υπάρχει ζωή πριν το Θάνατο; Είναι ένα καίριο ερώτημα που νομίζω ότι μας αφορά όλους αδιακρίτως, επιστήμονες και μη, γιατί το απρόοπτο, όπως ένας καρκίνος ή ένα ατύχημα, μπορεί να αποτελέσει μέρος της ζωής μας.Πιστεύω πως αν θέλουμε να εξετάσουμε σε βάθος το θέμα που θα μας απασχολήσει εδώ αυτές τις μέρες, θα χρειασθεί να απαντήσουμε οπωσδήποτε και σ’ αυτό το ερώτημα.
    Στην αναπτυσσόμενη τεχνολογικά εποχή μας, η επιστήμη της ιατρικής, εξελίσσεται συνεχώς σε όλους σχεδόν τους τομείς. Προσωπικά ανήκω στην κατηγορία των ανθρώπων που τιμά όλους εκείνους που έχουν αφιερώσει τη ζωή τους στην υπηρεσία της υγείας. Προσδοκώ να ζω σε ένα κόσμο που οι περισσότερες μορφές καρκίνου θα μπορούν να θεραπεύονται. Σε ένα κόσμο όπου ο θάνατος δε θα χτυπά βίαια και επίμονα την πόρτα των σπιτιών για να σημάνει τη λήξη ενός επίπονου και χαμένου αγώνα. Όταν στην  ερώτηση του ασθενή, «γιατί εγώ;» μπαίνει μια τελεία, βαριά και αμετάκλητη, ξυπνώντας το φόβο του άγνωστου και του κενού. Τότε, το «γιατί εγώ;» γίνεται τρομακτικό.
    Θεωρώ ότι είναι σημαντικό για κάποιον να μπορεί να αναλύσει και να καθορίσει τη θέση που βλέπει το τέλος της ζωής στον καρκίνο. Για τους ανθρώπους της υγείας, βέβαια, θα παραμένει όπως όλα τα  περιστατικά. Διαμεσολαβεί η απόσταση ασφαλείας, η οποία μας επιτρέπει να επινοήσουμε τρόπους, ώστε να βοηθήσουμε τον ασθενή που έχει εναποθέσει τις λιγοστές ελπίδες του στις λέξεις που θα χρησιμοποιήσουμε.
     Το ερώτημα όμως είναι, τι γίνεται όταν αυτός ο απρόσκλητος επισκέπτης χτυπήσει την πόρτα του δικού μας σπιτιού. Όταν αυτό το τέλος αφορά εμάς ή ένα πολύ αγαπημένο μας πρόσωπο. Αν, αντί να υποδείξουμε τρόπους αντιμετώπισης, πρέπει εμείς προσωπικά να αντιμετωπίσουμε τα στάδια μιας πολύ δυσάρεστης διαδικασίας.
    Πρόσφατα βρέθηκα να κρατώ το χέρι ενός δικού μου ανθρώπου  και αυτή η ανατριχίλα  διαπέρασε όλο μου το σώμα. Οφείλω να ομολογήσω ότι όλη η γνώση και η εμπειρία που έχω αποκομίσει από την ειδίκευσή μου στην ψυχολογία, έγινε ένα μικρό μυρμήγκι απέναντι στον τεράστιο ελέφαντα. Την αρρώστια.
    Από αυτή την απόσταση, δεν μπορεί κανείς να πει και πολλά. Όλα τα ανθρώπινα επιτεύγματα, η επιστήμη, το χρήμα, η ισχύ, και άλλα πολλά ακόμη, υποτάσσονται στην κοφτή και αδιαπραγμάτευτη λέξη, το τέλος. 
    Η ζωή, αυτό το υπέρτατο δώρο που μας χαρίστηκε και συνήθως  θεωρούμε δεδομένο, έχει ένα πολύ ακριβό κόστος. Τη γνώση της θνησιμότητας και συνοδεύεται από τη σκιά του θανάτου. Μόνο που αυτή η γνώση δεν καλλιεργείται όπως χρειάζεται κατά τη διάρκεια της ζωής. Είναι μια σκέψη που μας κάνει να νιώθουμε άβολα. Και είναι τόσο φρικτή, που την αποφεύγουμε και την αρνούμαστε επίμονα.
   Από τη γέννησή του, ο άνθρωπος, αρχίζει να εξερευνά το περιβάλλον του λαμβάνοντας ταυτόχρονα και τις πρώτες επιδράσεις από τους οικείους του, πράγματα που θα δομήσουν την προσωπικότητά του. Μαθαίνει  δηλαδή τι είναι σωστό και τι είναι λάθος.
    Λόγω του μιμητισμού, της ικανότητας που έχει ο εγκέφαλος να αντιγράφει λειτουργικές συμπεριφορές, μαθαίνει να επιζητά την επιβράβευση και να αποφεύγει την τιμωρία. Χάρη στο νευρολογικό μας εξοπλισμό, όσα μαθαίνουμε ως παιδιά, παίζουν σημαντικό ρόλο στη δημιουργία της δικής μας πραγματικότητας.
    Προσαρμόζεται ο άνθρωπος μακριά από την ιδέα του θανάτου με σκοπό την επιβίωση. Όμως, είναι αδύνατον να μην τον βιώσει. Τον βλέπει παντού. Πότε στις προηγούμενες γενιές, στους γέροντες της οικογένειας, πότε στα κατοικίδια ζώα και πότε στα ξερά λουλούδια. Υπάρχουν βέβαια και μερικά γεγονότα της ζωής, που προκαλούν   δυσάρεστα συναισθήματα και παραμένουν αδιαχείριστα. Ιδιαίτερα στα παιδιά, που αντιγράφουν το παράδειγμα των μεγάλων, παραμένουν σιωπηλά.
    Οι παιδικές ανησυχίες για το θάνατο, παραμερίζονται με τη μετάθεση του ζητήματος σε ένα πολύ μακρινό μέλλον. Το άγχος όμως του τέλους, της μη ύπαρξης, συνεχίζει να υπάρχει. Μεταμορφώνεται σε ένα χείμαρρο γενικευμένης ανησυχίας και φόβου, που στη συνέχεια μετατρέπεται σε μια δίψα για αναγνώριση από τους γύρω μας, η οποία  βέβαια μας ανακουφίζει προσωρινά.
    Κατά τον EricBerne, τον πατέρα της συνδιαλεκτικής ανάλυσης, η μεγαλύτερη τιμωρία για τον άνθρωπο είναι η απομόνωση από τους άλλους, όταν δεν εισπράττει ένα θετικό ή αρνητικό χάδι ως μονάδα αναγνώρισης. Η αδιαφορία, μας θυμίζει τη μη ύπαρξη, το τραύμα της θνητότητας, κι αυτό είναι ανυπόφορο για όλους,  ακόμη και για τα μικρά παιδιά. Προτιμούν να τιμωρηθούν για κάτι που δεν θα εγκρίνουν οι γονείς τους, από το να μην δεχθούν ένα θετικό ή αρνητικό χάδι, που είναι προτιμότερο από το τίποτα.
    Στα δύο τελευταία βιβλία μου, αναφέρω τους ρόλους που ανεπίγνωστα παίζουμε όλοι σχεδόν για να αποσπάσουμε την αναγνώριση από τους γύρω μας. Το επιτυγχάνουμε δεσμεύοντας την προσοχή των άλλων, ακόμη και με βίαιο τρόπο, μόνο και μόνο για να αποφύγουμε την αδιαφορία τους, να μη βρεθούμε δηλαδή στην κατάσταση της μη ύπαρξης.
    Συχνά γινόμαστε επικριτές. Καταδικάζουμε τον άλλο με συνοπτικές διαδικασίες επειδή δεν εγκρίνουμε τις πράξεις του, ενώ επιζητάμε την προσοχή του από τη θέση του απολογούμενου και όχι ισότιμα. Άλλοτε,  παίρνουμε το ρόλο του τρομοκράτη. Γινόμαστε δηλαδή επιθετικοί για να επιβάλουμε τη βούλησή μας στον άλλον. Και το κάνουμε ασυνείδητα, όταν εμείς νιώθουμε πολύ φοβισμένοι, οπότε, πίσω από έναν επιθετικό, κρύβεται ένας φοβισμένος άνθρωπος.
    Άλλοτε, βουλιάζουμε στη θέση του θύματος. Δραματοποιούμε μια κατάσταση, υπερτονίζοντας ότι εμείς βρισκόμαστε σε χειρότερη θέση απ’ άλλους, με σκοπό να αναλάβουν την ευθύνη για τη λύση του προβλήματός μας. Κι άλλοτε πάλι, γινόμαστε απόμακροι, ώστε να νοιαστούν οι άλλοι για το λόγο που κλειστήκαμε στον εαυτό μας.
    Ακολουθούμε αυτές τις τακτικές με σκοπό να πάρουμε αναγνώριση από τους άλλους, ότι υπάρχουμε και είμαστε ζωντανοί, και θα τις  ακολουθούμε έως ότου μάθουμε να εκφράζουμε τα συναισθήματα και τις ανάγκες μας χωρίς επίθεση. Επομένως, ο φόβος της θνησιμότητας, ίσως σε αρκετές περιπτώσεις να μας καθιστά και ανίκανους να σχετιστούμε γνήσια.
    Αν κάποιος, όμως, μάθαινε ξαφνικά ότι έχει διαγνωστεί με καρκίνο, για ποιο πράγμα θα μετάνιωνε περισσότερο απ’ όλα; Ασφαλώς, δεν θα ζητούσε να πάρει αγκαλιά, ούτε τα πτυχία και τα λεφτά που απόκτησε, ούτε τα συμβόλαια που έκανε. Τότε θα ήθελε να έχει δίπλα του ανθρώπους με τους οποίους μπόρεσε να δημιουργήσει γνήσιες σχέσεις. Έχουν παρατηρηθεί φαινόμενα όπου αρκετοί κυνηγούσαν τη  δόξα και το χρήμα, κι όταν βρέθηκαν ξαφνικά μπροστά στο θάνατο, κανείς να μην νοιάζεται πραγματικά γι’ αυτήν την αποχώρηση.
    Μια Αυστραλή νοσοκόμα, η  Μπρόνι Γουέαρ, είχε καταγράψει τις τελευταίες δώδεκα εβδομάδες ανθρώπων με καρκίνο. Πήρε πολλές συνεντεύξεις και κατέληξε ότι στην ερώτηση: «γιατί μετανιώνουν πιο πολύ οι άνθρωποι και τι θα έκαναν διαφορετικά στη ζωή τους» οι  απαντήσεις έτειναν σε πέντε κοινά στοιχεία.
    Αν Ξαναζούσα από την αρχή.

  • Θα όριζα περισσότερο τη ζωή μου. Θα επέλεγα βάση των δικών μου προσδοκιών και όχι των άλλων. Θα εκπλήρωνα τα όνειρά μου.
  • Δε θα εργαζόμουν τόσο σκληρά. Έχασα την παιδική ηλικία των παιδιών μου και την ουσία από τη συντροφική μου σχέση.
  • Θα έβρισκα το θάρρος και τη γνώση να εκφράζω περισσότερο τα συναισθήματά μου χωρίς να νομίζω ότι αυτό είναι αδυναμία.
  • Θα είχα κρατήσει περισσότερες γνήσιες φιλίες και σημαντικές σχέσεις.
  • Θα είχα επιτρέψει στον εαυτό μου να είμαι πιο ευτυχισμένος.

       Απ’ ότι φαίνεται, οι άνθρωποι που πλησιάζουν στο τέλος της ζωής τους, πιο πολύ θρηνούν για την  αδικία που οι ίδιοι έκαναν στον εαυτό τους.
       Η Ψυχολογία, έχει στόχο να ανακουφίσει την ανθρώπινη δυστυχία, που κατά κύριο λόγο προέρχεται από τον ασυνείδητο και αδιάλειπτο φόβο μας για τον θάνατο. Επιχειρεί με διάφορες θεωρίες να μαλακώσει την αγωνία του ανθρώπου για το τέλος και να βελτιώσει την ποιότητα  ζωής του.
       Είναι γνωστό από τα αρχαία χρόνια ακόμη, ότι το πνεύμα συνάδει με το σώμα, και σαφώς η ψυχική υγεία επηρεάζει την σωματική υγεία, όπως για παράδειγμα, η σχέση που υπάρχει ανάμεσα στην μελαγχολία και τον  καρκίνο. Όλοι σχεδόν έχουμε καρκινικά κύτταρα, αλλά δεν αναπτύσσουμε όλοι την αρρώστια. Καθώς και όλοι οι καρκινοπαθείς δεν οδηγούνται με τον ίδιο ρυθμό στον θάνατο. Οπότε, οι ψυχολογικοί παράγοντες επηρεάζουν την ευπάθεια και την εξέλιξη του καρκίνου.
       Έχει παρατηρηθεί ακόμη, πως η αύξηση του στρες, αυξάνει και το βαθμό ανάπτυξης ενός όγκου, ενώ αντίστροφα, όταν είναι υπό έλεγχο, μειώνεται. Πολλοί από τους ασθενείς  θρηνούν και μοιρολατρούν διαρκώς για το κακό που τους βρήκε. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα πολύ πιθανόν αργότερα να εκδηλώσουν κατάθλιψη, άγχος, αλλαγή προσωπικότητας, θυμό και απόγνωση, τα οποία θα επιδεινόσουν την κατάστασή τους. Ενώ, όσους τους διακατέχει το μαχητικό πνεύμα και η ανθεκτικότητα, αυτά, θα λειτουργούν προστατευτικά και στην εξέλιξη του καρκίνου.
       Ο ρόλος της ψυχολογίας είναι να συμβάλει στην αντιμετώπιση των συμπτωμάτων με διάφορες παρεμβάσεις και τεχνικές. Όπως: Η διαχείριση του πόνου. Η αμφισβήτηση ορισμένων δυσλειτουργικών σκέψεων. Η εκμάθηση των παιχνιδιών ρόλου. Η αξιοποίηση των δυνάμεων του ασθενή, ώστε να ξεπεράσει τα συναισθήματα απογοήτευσης και να αναπτύξει ένα ανάλογο μαχητικό πνεύμα που θα του δώσει νόημα στη ζωή. Και φυσικά, ενθαρρύνεται να στρέψει την προσοχή του σε κάτι θετικό, που θα του δώσει την  πίστη στην ικανότητα της ανάρρωσης.
      Ερευνώ την ανθρώπινη συμπεριφορά αρκετά χρόνια τώρα, ως  συγγραφέας και ως ψυχολόγος, και μέσα από τα βιβλία μου επιχειρώ να  περάσω και αρκετά μηνύματα που αφορούν τη διαχείριση της ανατριχίλας των συνόρων. Από την κλινική μου εμπειρία, βέβαια, έχω διαπιστώσει ότι οι άνθρωποι δεν αντιμετωπίζουν με τον ίδιο τρόπο τη ζωή και το θάνατο.
    Θεωρώ ενδεικτικές τρεις κατηγορίες ανθρώπων:
    Εκείνους που έχουν αναπτυγμένο το παιδικό κομμάτι μέσα τους και δεν αναλαμβάνουν εύκολα ατομική ευθύνη, ενώ πιστεύουν ότι πάντα οι άλλοι φταίνε. Αυτοί, λοιπόν, παγώνουν μπροστά στη θέα του θανάτου, γιατί δεν υπάρχει κανένας σωτήρας πλέον να λύσει το πρόβλημά τους. Αποτέλεσμα, να επιδεινώνεται η φυσική τους αδυναμία και να θρηνούν συνεχώς εξαφανίζοντας κάθε ίχνος αξιοπρέπειας. Διογκώνουν την αδικία που έχουν εισπράξει, μόνο που ο οίκτος των άλλων δεν τους ανακουφίζει πια. Μπροστά στον θάνατο, αντιλαμβάνονται ότι δεν έζησαν μια ζωή που αξίζει κανείς να τη ζει.
      Στην δεύτερη κατηγορία, ανήκουν όλοι εκείνοι που υιοθετούν μια γονεϊκή στάση ζωής και θέλουν να είναι δοτικοί, προστατευτικοί,  νιώθοντας έτσι ανώτεροι από τους δέκτες, μέχρι που καταλήγει σε εθισμό. Λειτουργούν ως σωτήρες, γίνονται σκληροί και επικριτικοί, κι αυτή η στάση ζωής τώρα μετατρέπεται σε στάση θανάτου. Μόνο που τώρα δεν τους απόμειναν και πολλά ίχνη γλυκύτητας για να δείξουν αξιοπρέπεια μπροστά στον θάνατο. Απεναντίας, υπενθυμίζουν στους συγγενείς τι τους έχουν προσφέρει, πιστεύοντας ότι είναι υποχρεωμένοι να τους υπηρετούν.
        Θυμάμαι ένα σχετικό περιστατικό στο νοσοκομείο με μια ηλικιωμένη γυναίκα με καρκίνο τελευταίου σταδίου. Η κόρη της τραβούσε τα πάνδεινα από την δύστροπη συμπεριφορά της ασθενούς. Δεν είχε παντρευτεί, γιατί η μητέρα της δεν ενέκρινε ποτέ κανέναν  σύντροφό της και είχε την απαίτηση να την υπηρετεί. Αυτή η γυναίκα πέθανε λίγο αργότερα με μια τρομακτική έκφραση στο πρόσωπο, ενώ γύρω της δεν υπήρχε κανένας για να κλάψει γι’ αυτή την απώλεια.
        Υπάρχουν όμως κι εκείνοι που υιοθετούν μια ενήλικη στάση ζωής και δίνουν τα μέγιστα των δυνατοτήτων τους για την αυτοεκπλήρωσή τους, αγκαλιάζοντας και διορθώνοντας τα λάθη τους. Μόνον αυτής της κατηγορίας άτομα μπορούν να φύγουν από τη ζωή με πληρότητα και αξιοπρέπεια, γιατί τολμούσαν να αναλάβουν την ατομική τους ευθύνη και να εκφράσουν τα συναισθήματά τους. Είχαν αποδεχθεί από νωρίς το μαύρο κομμάτι που υπάρχει σε όλους μέσα μας, κατ’ επέκταση και την ιδέα του τέλους των συνόρων.
       Όταν μπορεί κάποιος να αφήσει το δίκιο του στην άκρη και ενεργεί με ενσυναίσθηση, αυτός ο άνθρωπος είναι ελεύθερος. Χτίζει έτσι γέφυρες επικοινωνίας και βιώνει την πληρότητα σε όλη την έκτασή της. Έχει και περίσσευμα γλυκύτητας για τους άλλους, ως την τελευταία του αναπνοή. Δεν κάνει υποδείξεις, ούτε θεωρεί κανέναν υποχρεωμένο να τον υπηρετεί. Και δεν διψά για αναγνώριση, γιατί ο ίδιος έχει αναγνωρίσει τον εαυτό του ως ένα πλάσμα τυχερό. Του δόθηκε η δυνατότητα να δώσει και να πάρει χαρά και αγάπη στα χρόνια που έζησε.
    Η ευγνωμοσύνη κάνει τη διαφορά σ’ αυτή τη στάση ζωής. Η ευγνωμοσύνη του ανθρώπου που γνωρίζει ότι κανένας δεν του χρωστούσε ποτέ τίποτα, άρα, ότι πήρε ήταν ένα υπέρτατο δώρο που του χαρίστηκε. Αυτή η στάση ζωής εξασφαλίζει την αξιοπρέπεια στο τελείωμα του δρόμου και είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ψυχική ωριμότητα. Και δεν έχει να κάνει με τη μόρφωση και τα επιτεύγματα, αλλά με την επιθυμία του ατόμου να παρατηρεί την ομορφιά γύρω του. Μέσα σε κάθε αντικείμενο, μέσα σε κάθε άνθρωπο. Να μαθαίνει μέσα από τα λάθη του  και να θέλει κάθε μέρα να γίνεται και λίγο καλύτερος μέχρι την τελευταία του αναπνοή.
        Μονάχα αυτό μπορεί να ξεδιψάσει την ψυχή του και να γίνει   παράδειγμα για το πώς αξίζει να ζει κανείς και να πεθαίνει με το κεφάλι ψηλά.
        «Ό θάνατος μοιάζει σαν τον ήλιο και δεν μπορεί κανείς να τον κοιτάξει για πολύ ώρα», μας λέει ο Γιάλομ στο βιβλίο του ο κήπος του Επίκουρου. Κι εγώ έχω να συμπληρώσω ότι αυτόν τον ήλιο, χρειάζεται με κάποιον τρόπο να τον συμπεριλάβουμε, γιατί μπορεί να φωτίσει τη ζωή μας με έναν αναπάντεχο τρόπο. Με το δικό του φως, να δούμε τι είναι σημαντικό και τι όχι, αντί να τον αποφεύγουμε κλεισμένοι στη σκοτεινή σπηλιά της καθημερινότητας και του καθήκοντος, νομίζοντας πως θα είμαστε για πάντα αθάνατοι.
    Ας μην αποκλείουμε τον θάνατο σαν κάτι που ενδεχομένως θα συνέβαινε, αλλά να τον εσωκλείουμε σαν κάτι που θα συμβεί. Μ’ αυτόν τον τρόπο, θα μπορούμε να διάγουμε και ένα βίο πιο πλήρη, πιο συμπονετικό και με περισσότερη εσωτερική ηρεμία. Έτσι θα υπάρχει για μας τελικά ζωή  πριν το θάνατο.
    Η αντιληπτική ικανότητα, λοιπόν, ενός ασθενή στο τέλος του καρκίνου, είναι ανάλογη με την ψυχική του ωριμότητα, καθώς και με την δεξιότητα του να διαχειριστεί την κατάστασή του. Οι επαγγελματίες της ψυχικής υγείας, ασχολούνται με την αύξηση αυτής της δεξιότητας, όπως επίσης και με την ανεύρεση πόρων, που θα διαμορφώσουν την αλλαγή της οπτικής του φαινομένου. Αλλά και το ερώτημα, γιατί σε μένα; να αντικατασταθεί, γιατί όχι σε μένα.
    Επομένως, εκείνος που έχει ζήσει πραγματικά και έχει συμφιλιωθεί με τον εαυτό του, δεν φοβάται τον θάνατο. Τον φοβάται αυτός που περιμένει να ζήσει μελλοντικά και σκοτώνει τον χρόνο του με επιφανειακές δραστηριότητες. Με την ιδέα του θανάτου εξοικειώνεται πιο εύκολα κάποιος που έχει αφήσει το αποτύπωμά του στον κόσμο, που έχει εξελιχθεί, που είχε σκοπό και έκανε το χρέος του ως άνθρωπος. Γιατί δημιουργία είναι να φέρεις και παιδιά στον κόσμο.
    Σύμφωνα με τον Επίκουρο, η αιτία της ανθρώπινης δυστυχίας είναι ο αδιάλειπτος φόβος του θανάτου. Όμως εμείς, δεν ελέγχουμε πως θα πεθάνουμε, αλλά μόνο πως θα ζήσουμε.
    Το αντίδοτο, λοιπόν, της ανατριχίλας των συνόρων, είναι: Διόρθωσε έστω και την τελευταία στιγμή ότι μπορείς να διορθώσεις!
    (Παρουσίαση μελέτης στο ογκολογικό συνέδριο Χάλκης.
    To τέλος της ζωής στον Καρκίνο: Η ανατριχίλα των συνόρων)