Ο φόβος του θανάτου


Σώπασαν για μερικά λεπτά. Η Αθηνά τον άφηνε να βιώσει στο έπακρο τα συναισθήματά του και μαζί του αφουγκραζόταν την οδύνη του. Παρατηρούσε προσεκτικά, όση ώρα μιλούσε, τις κινήσεις του και τις εκφράσεις του.
   «Καταλαβαίνω τι περνάς», του είπε αφού τον άκουσε. «Όλ’ αυτά δείχνουν ότι δίνεις σημασία στη ζωή. Αν ο άνθρωπος ζούσε ολοκληρωτικά τη στιγμή, δε θα είχε καμιά εμμονή με τον θάνατο. Ο φόβος του θανάτου είναι ο φόβος του χρόνου που περνά. Εκείνος που φοβάται τον θάνατο, φοβάται τη ζωή· αυτό να σκέφτεσαι», του είπε με έμφαση προσπαθώντας να τον εμψυχώσει.
    Και ως έναν μεγάλο βαθμό το κατόρθωσε. Τα λόγια της έσταξαν σαν βάλσαμο στα αποκαΐδια της ψυχής του.
    «Πώς μπορούν να ξεπεραστούν;» έκανε κατηφής ο Στέφανος.
    «Ξέρεις πότε νιώθουν απελπισμένοι οι άνθρωποι; Όταν επιλέγουν να μην είναι ο εαυτός τους ή όταν δεν είναι πρόθυμοι να τον βρουν. Εσύ είσαι άνθρωπος πάνω από τον μέσο όρο και μπορείς να διακρίνεις το σωστό από το λάθος, οπότε μπορείς να κάνεις και τις αλλαγές που χρειάζονται. Κάνω αλλαγή όμως σημαίνει δεν ξαναγυρίζω πίσω. Θα κουβαλάς το παρελθόν μαζί σου, αλλά δε θ’ αφήνεις να σε κυνηγούν οι επαναλαμβανόμενες τύψεις. Ό,τι έγινε, έγινε. Ξέρω ότι βαθιά μέσα σου έχεις το θάρρος να συμπαρασύρεις όλα τα γεγονότα. Τα κάνεις δύναμη και προχωράς».
(Από βιβλίο: Κάθετη Έξοδος