Κριτικές


 

Οι συνταγματάρχες, η περιπέτεια της γνώσης και ο Θεός

Από τον Βαγγέλη Χατζηβασιλείου

Από τα μαύρα χρόνια της δικτατορίας των συνταγματαρχών, όταν η Ελλάδα είναι έτοιμη να καταρρεύσει ξανά και ξανά, ακόμη και μετά την οριστική απομάκρυνση της χούντας, σε μια περιπλάνηση στη γνώση, όπως και στη συνύπαρξη δύο ριζικά διαφορετικών παραδόσεων και πολιτισμών. Και από εκεί σε μια φιλοσοφική σύγκρουση, η οποία έχει πάρει τεράστιες διαστάσεις στις μέρες μας: ο κόσμος είναι προϊόν της βούλησης του Θεού ή της εξέλιξης των ειδών;

Πασχάλης Λαμπαρδής

Ο ταξιδευτής του Βοσπόρου

Μυθιστόρημα εκδόσεις Πατάκη, σ. 358, 15,30 ευρώ

Η ανανέωση του ιστορικού μυθιστορήματος στην Ελλάδα, από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 και μετά, σήμανε μια καθ' όλα βαρύνουσα μεταβολή στο κέντρο εστίασης των συγγραφέων. Από τον εθνικό προσανατολισμό και την υπεράσπιση των πατριωτικών ιδεωδών, μέσα από την επίκληση μιας αρραγούς ενότητας και συνέχειας, που ξεκινούν από τον Σπυρίδωνα Ζαμπέλιο και τον Στέφανο Ξένο και φτάνουν μέχρι τον Άγγελο Τερζάκη, οι πεζογράφοι του τελευταίου τέταρτου του 20ού αιώνα μετακινήθηκαν βαθμιαία προς ότι θα ήταν αδιανόητο για τους προκατόχους τους: προς την αλήθεια του ξένου, του αλλόφυλου και του άλλου, προς τη μεριά μιας παράδοσης κι ενός πολιτισμού που δεν έχουν την παραμικρή σχέση με τις γηγενείς αξίες και πεποιθήσεις. Βεβαίως, ο ξένος, ο αλλόφυλος και ο άλλος δεν έλειψαν ποτέ στην πραγματικότητα από τις σελίδες και της παλαιότερης ελληνικής πεζογραφίας, με τη διαφορά ότι εκεί αποτέλεσαν πάντα αντικείμενο απόρριψης και στιγματισμού, ακόμη και χλευασμού ή διαπόμπευσης.

Όπως και να έχει, οι νεότεροι πεζογράφοι γράφουν σε μιαν εντελώς διαφορετική εποχή, που έχει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο σημαδευτεί από την πολυπολιτισμικότητα. Η πολύ πολιτισμικότητα σφραγίζει και το μυθιστόρημα του Πασχάλη Λαμπαρδή Ο ταξιδευτής του Βοσπόρου, που έχει ως κεντρικό του ήρωα τον Άγγελο Κομνηνό, ο οποίος γεννιέται στην Κωνσταντινούπολη το 1923 και εξελίσσεται, κατά την εκδίπλωση της αφηγηματικής δράσης, σε σπουδαίο μάρτυρα των χρόνων του. Εκείνο το οποίο πρωτίστως χαρακτηρίζει τον Άγγελο Κομνηνό είναι η δίψα για περιπλάνηση και περιπέτεια, που αποκαλύπτει και το πραγματικό του πάθος, το οποίο δεν είναι άλλο από το πάθος για τη συσσώρευση ζωικής εμπειρίας και, πρωτίστως, για την απόκτηση γνώσης: γνώση η οποία θα τον βοηθήσει να ρίξει ένα φως σφαιρικής κατανόησης στο περιβάλλον του και στον κόσμο, καθώς και σε όλα όσα ζουν τριγύρω του σε ρυθμό συνεχούς και αναπότρεπτης μεταβολής. Την ιστορία του Αγγέλου Κομνηνού μαθαίνουμε από έναν άλλον εραστή της γνώσης και της αλήθειας, τον Ομέρ Ντενίς, ο οποίος ξέρει καλύτερα από τον οποιονδήποτε τις ψυχικές και τις διανοητικές ανάγκες του έλληνα αδελφού του. Στην αφήγηση του Ντενίς θα συναιρεθούν οι φωνές και οι οπτικές δύο πολιτισμών και δύο παραδόσεων που έμειναν επί αιώνες πεισματικά διαχωρισμένες, κρύβοντας τη δυναμική και την ορμή της εσώτερης διαπλοκής και επικοινωνίας τους.

 

Η λογοτεχνία της κρίσης

(Εριφύλη Μαρωνίτη, «Η λογοτεχνία της κρίσης», The Books’ Journal, Απρίλιος 2012, τχ. 18, σ.83-85.)

 

Από μία περίεργη συγκυρία ή σύμπτωση, Κάθετη έξοδος ονομάζεται ονομάζεται το καινούριο μυθιστόρημα του Πασχάλη Λαμπαρδή, μ ετο οποίο ο συγγραφέας φαίνεται να αφήνει πίσω μια τριλογία (Ο ταξιδευτής του ΒοσπόρουΟι φύλακες της ΑνατολίαςΗ κοιλάδα των σπαθιών) που ενέγραψαν πλοκή, περιπέτεια και ήρωες στο ιστορικό παρελθόν, και να στρέφεται στο επίκαιρο παρόν. Από το μυθιστόρημα εποχής λοιπόν, στο μυθιστόρημα του τέλους εποχής – ή για την εποχή.

Κεντρικό πρόσωπο, ο σκηνοθέτης Στέφανος Ανεμογιάννης, με ένα γάμο που ραγίζει και διαλύεται, παιδιά μπλεγμένα με ναρκωτικά, ένας άντρα δηλαδή σε κρίση καριέρας, ταυτότητας και ηλικίας, στο φόντο −ή στην αντανάκλαση− της ταραγμένης σημερινής συγκυρίας. Σε αυτή την κρίσιμη καμπή, μια μυστηριώδης οργάνωση θα του αναθέσει να γυρίσει ένα προκλητικό, αν όχι ριψοκίνδυνο, έργο, που εμπεριέχει, όπως θα αποδειχθεί στην πορεία, επικίνδυνες συγκλίσεις, αν όχι με την πραγματικότητα, τουλάχιστον με μία από τις κυρίαρχες ερμηνείες της: σχέδια ελέγχου και πνευματικής χειραγώγησης των μαζών, κατευθυνόμενες ιδεολογίες, παγκόσμια οικονομικά παιχνίδια, διεθνείς οργανώσεις, διαπλοκή ΜΜΕ και πολιτικής. Το ήθος και η τόλμη του σκηνοθέτη θα δοκιμαστούν σε μια περιπέτεια που εξελίσσεται με γρήγορους ρυθμούς και σασπένς. Από κοντά και οι συμπτώσεις κινηματογραφικού σεναρίου και ζωής. Το γύρισμα της ταινίας θα δώσει στον Λαμπαρδή τη δυνατότητα να αναπτύξει ένα δεύτερο επίπεδο διήγησης, στο οποίο βαθμιαία θα μεταφερθεί η εξωγενής δράση, που συμπεριλαμβάνει σηματοδότες καιτης ταραγμένης επικαιρότητας: επεισόδια κια καταστροφές στην Αθήνα, παθογένειες του οικονομικού συστήματος, όσα ακολούθησαν τη δολοφονία του Γρηγορόπουλου, τη φούσκα των ψευδαισθήσεων, το χάσμα των γενεών, τα ναρκωτικά και τη δημόσια χρήση τους. Έτσι, η διάσταση ανάμεσα στο ιστορικό παρελθόν και το αφηγηματικό παρόν, που συναντάμε στα προηγούμενα μυθιστορήματα του συγγραφέα, εδώ μετασχηματίζεται σε μια νέα παραλληλία: το πραγματολογικό πεδίο του ήρωα-σκηνοθέτη και τη μυθοπλασία της ταινίας. Στο ρεαλιστικό και στο συμβολικό.

Το δεύτερο αφηγματικό νήμα στην Κάθετη έξοδο θα αποτελέσει πεδίο προβολής της προσωπικής κρίσης του σκηνοθέτη, με καταλυτικό αγωγό τη γοητευτική ψυχολόγο Αθηνά, που θα τον οδηγήσει στα μονοπάτια μιας ευεργετικής ανάλυσης με υποβολέα, φυσικά, τον έρωτα! 

Χωρισμένη έτσι στα δυο, η πλοκή ενσωματώνει αμοιβαίες αντανακλάσεις, μεταξύ πραγματικού και φανταστικού, ορατού και υποβόσκοντος, γνώριμου και ανοίκειου, παρόντος και μελλοντικού −κυριολεξίας και μεταφοράς. Αντανακλάσεις που επηρεάζουν τη διττή δράση, ανάγοντας το παράλογο σε κοινό παρονομαστή, όχημα της μεταφοράς και τραυματικό συνδετικό κρίκο. Εδώ ανιχνεύεται και το ενδιαφέρον εγχείρημα του Λαμπαρδή, σε διαφορετική ωστόσο κατεύθυνση από τα δύο άλλα πεζογραφήματα. Ο συγγραφέας εστιάζει στη δομή του παραλόγου, που στις μέρες μας μοιάζει συχνά να μετακυλίεται από το φαντασιακό στο επόμενο βήμα. Με όχημα την ανάλυση στη λογοτεχνική της αποτύπωση, επιχειρεί να περάσει τα μόρια της προσωπικής μελαγχολίας αλλά και μιας συλλογικής αίσθησης ήττας, και να ανασυνθέσει μια νέα, σκληρή ενδεχομένως, αλλά πάντως αναλυτική γλώσσα. Μια γλώσσα που ακόμη κι αν δεν διακρίνει φως στην άκρη του τούνελ, βλέπει πάντως ζωτικό χώρο και μετά την τομή αλλά και την αποδοχή της ανατροπής. Μια γλώσσα που επιχειρεί κατά τόπους να συναιρέσει την κυριολεξία με τη μεταφορά ή αφήνει αμφίσημο και ρευστό το σύνορό τους. Τοποθετεί τα διλήμματα και τα ζεύγη των αντιθέτων σε νέο πλαίσιο. Αφήνει, προς ώρας τουλάχιστον, έκπτωτη την ιστορία, προσφεύγοντας στη μυθολογία. Αν το στοίχημα δεν μπορεί να κερδηθεί στο συλλογικό πεδίο, μήπως έχει περισσότερες πιθανότητες στο ατομικό;

Ερώτημα, απάντηση και δρόμος −πάντα στο πλαίσιο της μυθοπλασίας− ίσως να εγείρουν επιφυλάξεις. Ένα λογοτεχνικό έργο όμως δεν είναι ένα κείμενο αρχών για να επιτάσσει κάποιου είδους συμφωνία. Άλλωστε, από τον συνθετικό και σύνθετο λόγο, μπορεί, όπως συχνά και οι αμφίθυμοι ήρωες της διήγησης, να ευεργετηθούμε, συμμετέχοντας στην τόσο απούσα από τη ζωή μας φαντασιακή διαλεκτική του μύθου και του θεραπευτικού του λόγου.