Προβλήματα σχέσεων και επικοινωνίας με τους άλλους:


1. Μια Κυριακή πρωί, στα μέσα Αυγούστου, σε μια παραλιακή καφετέρια όπου είχαν πάει για να πιουν καφέ, μιλούσαν για τη σχέση τους, η οποία πέρασε διά πυρός και σιδήρου. Αφορμή στάθηκε ένα νέο ζευγάρι, γύρω στα τριάντα, που καθόταν στο διπλανό τραπέζι και καβγάδιζε όλη την ώρα, μην μπορώντας να συνεννοηθεί. Άθελά τους, η Αθηνά και ο Στέφανος έγιναν παρατηρητές ενός δράματος που έφερνε συνεχώς στο προσκήνιο ανεπούλωτες πληγές του παρελθόντος. Άρχισαν να παρατηρούν και τα υπόλοιπα ζευγάρια που υπήρχαν στη μεγάλη αίθουσα. Η διαφορετικότητα ήταν διάχυτη και συνδεόταν περισσότερο με την ηλικία της σχέσης, όπως του είπε η Αθηνά.
    «Πέντε είναι τα στάδια σχέσεων. Το πρώτο στάδιο είναι ιδιαίτερα ρομαντικό. Να, κοίταξε εκείνο το νεαρό ζευγάρι που κάθεται δεξιά στο μπαρ», κι έδειξε διακριτικά με το χέρι της. «Ο ένας εξερευνά τον άλλο. Όλα είναι τέλεια μεταξύ τους και εξιδανικευμένα. Το μικρό γίνεται μεγάλο. Έχουν ενθουσιασμό, πάθος, ορμή… Δυστυχώς, μετά το στάδιο αυτό, ακολουθεί η έκφραση της ανταγωνιστικότητας. Παράδειγμα το ζευγάρι που μαλώνει δίπλα μας. Προσπαθεί να υποτάξει ο ένας τον άλλον. Αυτός που αγαπά λιγότερο γίνεται αρχηγός. Φθορά στη σχέση είναι η καταπίεση».
    «Δεν υπάρχει βέβαια ζευγάρι που να μην έχει μαλώσει ή να μη μαλώνει. Μερικές φορές είναι αναπόφευκτο. Δεν μπορούμε να συμφωνούμε σε όλα».
    «Οι καβγάδες κάνουν καλό στη σχέση όταν λυθούν. Τι πειράζει τον ή την σύντροφό μου; Θα προσπαθήσω να το βελτιώσω. Αν δουλεύεις στη σχέση, δεν μπαίνεις στη φθορά. Τα δύο φύλα πρέπει να διατηρήσουν τα χαρακτηριστικά τους, διαφορετικά τα πάντα στη σχέση αλλοιώνονται και μεταλλάσσονται. Υπάρχει σύγχυση ρόλων στις σχέσεις σήμερα που μεγεθύνει το πρόβλημα». Σώπασε για μια στιγμή να πιει μια γουλιά από τον καφέ της και συνέχισε: «Υπάρχουν και ζευγάρια που διανύουν το τρίτο στάδιο, της εξάρτησης. Όπως εκείνο το ζευγάρι εκεί μπροστά», κι έδειξε πάλι διακριτικά με το χέρι της.
    «Αθηνά, θα μας παρεξηγήσουν έτσι όπως δείχνεις», τη μάλωσε τρυφερά ο Στέφανος.
  «Μακάρι να μπορούσαν να τ’ ακούσουν και οι ίδιοι», συνέχισε εκείνη απτόητη. «Παρατήρησε αυτόν τον καλόβουλο ανθρωπάκο. Τρέμει στην ιδέα μην τον εγκαταλείψει η γυναίκα του. Φαίνεται ξεκάθαρα ποιος έχει επιβληθεί στον άλλο».
   «Πιστεύεις πως φοβάται μην τη χάσει;» αναρωτήθηκε ο Στέφανος.
  «Ναι, όπως κι εγώ μη σε χάσω καμιά φορά. Βλέπεις σε τι σημείο μ’ έφερες;» έκανε επιτηδευμένα με παράπονο η Αθηνά. «Ευτυχώς εμείς πήγαμε πιο πέρα. Βρήκαμε την ισορροπία μας ως ζευγάρι κι αναγνωρίζουμε ο ένας τα όρια του άλλου. Ξέρω ποιος είσαι και ποιες είναι οι προθέσεις σου. Σ’ αυτό το στάδιο, το τέταρτο, υπάρχει σιγουριά για τον άλλο και η σχέση γίνεται πιο δυνατή. Και το τελευταίο σκαλοπάτι, εκείνο της συνδημιουργίας, τρέφει τη σχέση. Κοινά όνειρα, κοινοί στόχοι. Ο ένας να εμπνέει τον άλλον. Να κάνει πράγματα για να γίνεται καλύτερος ο άλλος. Εδώ έχουμε φτάσει εμείς. Δε θέλω ν’ αλλάξεις τίποτα σε σένα, σε αποδέχομαι όπως είσαι».
   «Πάντοτε θα δοκιμάζονται οι σχέσεις, ό,τι κι αν γίνει. Ακόμα κι αν φτάσει κανείς σ’ αυτό το σημείο, πάλι δεν μπορεί να πει μετά βεβαιότητας ότι δε θα επιστρέψει στα πρώτα στάδια».
   «Είναι θέμα χαμηλής αυτοεκτίμησης, που εκφράζεται με εμμονές και σκηνές ζηλοτυπίας. Οι σχέσεις που έχουν δομή και καλά θεμέλια, περνούν τα στάδια πιο συνειδητά και οδηγούνται στην ένωση. Αντίθετα, οι σχέσεις που βασίζονται μόνο στο πάθος, το πιθανότερο είναι να σταματήσουν ξαφνικά».
   (Από βιβλίο: Κάθετη Έξοδος)

    2. «Κάποτε στο Άγιο Όρος ζούσαν μαζί δυο καλόγεροι… Στα τριάντα χρόνια αρμονικής συμβίωσής τους, δε μάλωσαν ποτέ. Μια φορά μπήκε ο πειρασμός ανάμεσά τους και ο ένας από τους δύο είπε στον άλλο: “Θεόκτιστε, όλοι γύρω μας τσακώνονται κι εμείς ούτε μια βαριά κουβέντα δεν ανταλλάξαμε ποτέ. Τι θα ’λεγες να δοκιμάσουμε, να δούμε πώς θα είναι;” Τι να πει κι εκείνος ο καψερός, δέχτηκε να περάσουν κι αυτή τη δοκιμασία, και το μόνο που τον ρώτησε ήταν πώς θα τα τσουγκρίσουν. Σκέφτηκε για λίγο εκείνος και δείχνοντας μια κολοκύθα, που υπήρχε κάπου εκεί στον χώρο, του είπε: “Βλέπεις αυτή την κολοκύθα; Εγώ θα λέω ότι τη θέλω για μένα, ενώ εσύ δε θα το δέχεσαι κι έτσι θα μαλώσουμε. Εντάξει;” Συμφώνησαν λοιπόν, πήραν θέση για να τσακωθούν, κι ο καλόγερος που είχε τη φαεινή ιδέα είπε επιτακτικά: “Αυτή την κολοκύθα τη θέλω δική μου”. Και ο Θεόκτιστος, μέσα στην αγαθοσύνη του, αυθόρμητα και χωρίς να το καλοσκεφτεί, ξέρεις τι του απάντησε; “Ε, καλά, αφού τη θες τόσο πολύ, πάρ’ την”. Κι έτσι δεν κατάφεραν ποτέ να μαλώσουν... Οι άνθρωποι ξεχνούν το βασικότερο: ότι είμαστε καλά και ξοδευόμαστε σε άλλου είδους προβλήματα. Ξεχνάμε το θαύμα της ζωής».
   (Από βιβλίο: Κάθετη Έξοδος)

   3.«Τι είναι το δίκαιο κατά τη γνώμη σου; Το σωστό;» ήταν ένα από τα πρώτα ερωτήματα του Ευγένιου.
   «Δικαιοσύνη ίσον έλεος, είπε ο Ιησούς», αποκρίθηκε με την ήρεμη φωνή του ο θεραπευτής. «Κάθε κατηγορούμενος δεν είναι ένα τέρας ή ένας περιθωριακός, αλλά μπορεί οι συνθήκες της ζωής να τον οδήγησαν στο σκαμνί».
    «Εγώ δεν έδειχνα σχεδόν σε κανέναν έλεος», παραδέχτηκε σκύβοντας ένοχα το κεφάλι. Σιώπησε για μια στιγμή και συνέχισε: «Όμως και η μεγάλη δόση αλήθειας μού προκαλεί σύγχυση, σαν να μην μπορώ να τη διαχειριστώ».
   «Η αλήθεια έχει τρία πρόσωπα. Πώς το βλέπω εγώ, πώς το βλέπει ο άλλος και πώς είναι στην πραγματικότητα. Στην περίπτωσή σου θα βοηθούσε να κατανοήσεις ότι προσφέροντας θα παίρνεις πολύ περισσότερα για σένα και η εικόνα του εαυτού σου θα γίνεται καλύτερη στα μάτια σου».
   «Αν και αρχίζω να βλέπω πιο καθαρά τώρα, ωστόσο μου μένει ένα ανεκπλήρωτο κενό».
   «Πώς το προσδιορίζεις αυτό το κενό;»

«Δεν κατάφερα ποτέ να κάνω μια σχέση της προκοπής, ούτε και με τη Μαρία, παρ’ όλ’ αυτά που της πρόσφερα».
    «Σκέφτηκες ποτέ, όταν ψάχνεις κάποιον να σε αγαπήσει ή να σε αποδεχτεί όπως είσαι και δεν βρίσκεις ανταπόκριση, αν αυτό οφείλεται στο ότι εσύ δεν έχεις δώσει την ανάλογη αγάπη και αποδοχή ποτέ σε κανέναν;»
   «Ναι…» απάντησε διστακτικά ο Ευγένιος. «Σχεδόν πάντα έβαζα έναν τοίχο ανάμεσα σε μένα και στους άλλους. Απογοητεύτηκα συχνά στο παρελθόν και στη συνέχεια ήμουν πιο συγκρατημένος. Γι’ αυτό και δεν έδινα τόσα όσα μπορούσα να δώσω. Σε καμιά γυναίκα δεν βρήκα αυτό που έψαχνα…»
    «Πάντοτε θα υπάρχουν διαφορές, και καλό θα είναι να τις συμπεριλάβουμε μαζί με τον άνθρωπό μας συνειδητά και όχι να προσπαθούμε να δημιουργήσουμε έναν σύντροφο πανομοιότυπο του εαυτού μας. Γιατί δεν γίνεται να αλλάξεις κανέναν, μόνον αν τον συμπεριλάβεις θα φέρνεις την ισορροπία. Σε μια σχέση δεν είναι αναγκαίο πάντοτε να τα βλέπουν και οι δύο με τον ίδιο τρόπο».
   «Πάντα σκεφτόμουν πως η γυναίκα που θα μπορούσε να σταθεί δίπλα μου θα ’πρεπε να ήταν η τέλεια. Αυτή που δεν θα ’χε κάνει ποτέ λάθος στη ζωή της. Και τώρα διαπιστώνω ότι αυτό ήταν λάθος μου».
   «Κανείς δεν είναι τέλειος. Άλλωστε, χωρίς τα λάθη πώς θα μάθει κανείς; Το δικό σου λάθος ήταν η προσδοκία σου να κάνουν οι άλλοι ό,τι θα έκανες εσύ στη θέση τους, κι αυτό είναι σκληρό, γιατί ο καθένας είναι διαφορετικός και σηκώνει τον δικό του σταυρό σε τούτη τη ζωή».
   Τα λόγια του διείσδυαν βαθιά στην ψυχή του και συνειδητοποιούσε ότι δεν άξιζε να είναι πλέον αυστηρός με τους ανθρώπους. Κι αυτό άρχισε να επιδρά πάνω του και να τον ελευθερώνει.
   (Από βιβλίο: Ένα)

   4. «Αν δεν τολμήσουμε να κάνουμε βαθιά τομή στη ζωή μας, τότε ναι, δε θα φτάσουμε ποτέ στον πυρήνα του εαυτού μας. Όταν είσαι στο μονοπάτι του φόβου, αποφεύγεις τις ευθύνες, καταλήγεις να είσαι γεμάτος υποχρεώσεις και νιώθεις πληγωμένος όταν οι άλλοι δεν ανταποκρίνονται στις προσδοκίες σου. Η αγάπη, από την άλλη, είναι απολύτως υπεύθυνη και δε δημιουργεί υποχρεώσεις, γεννά ευγένεια και γίνεται από ευχαρίστηση. Μιλά με τη γλώσσα της αλήθειας, ενώ ο φόβος με τα ψέματα, γιατί φοβάται την απόρριψη, Στέφανε, και δημιουργεί σχέσεις κόλασης, όπως η δική σας».
   «Έχουμε βρεθεί πολύ κοντά».
   «Γνώμη μου είναι πως αν δεν μπορούμε να συμβιώσουμε με κάποιον, καλύτερα είναι να φύγουμε και να βρούμε κάτι πιο συμβατό μ’ εμάς. Πού ξέρεις, μπορεί έτσι να βρεθούμε στο μονοπάτι της αγάπης, εκεί όπου δεν υπάρχουν όροι. Δεν υπάρχει θα σ’ αγαπώ αν θα είσαι όπως θα ήθελα εγώ. Σ’ αγαπώ όπως είσαι, γι’ αυτό που είσαι».
   «Από κει ξεκινά και η τριβή μας με την Κλειώ· μ’ αγαπά με όρους».
   «Είναι σημαντικό που το κατανοείς».
   «Δύσκολο να το δεχτείς».
   «Και πιο δύσκολο ακόμη να βρεις την ελευθερία να είσαι ο εαυτός σου. Σήμερα, στην κοινωνία μας, οι περισσότεροι αυτό αναζητούν, και το χάνουν μέσα από τα χέρια τους. Ξέρεις γιατί; Γιατί αυτή η ελευθερία απαιτεί υπευθυνότητα και θέλει ψυχή για να τη φτάσεις», και βλέποντάς τον συλλογισμένο ρώτησε: «Είπα κάτι που σε προβλημάτισε;»
   «Όχι, απλά σκέφτηκα ότι δεν έζησα ποτέ μια τέτοια αγάπη, αν και το επεδίωξα. Η αγάπη πονά, αυτό κατάλαβα».
   «Η αγάπη, Στέφανε, δε δικαιολογείται, εξασκείται, είναι δράση. Σήμερα όλοι σχεδόν την αναζητούν και μένει στα αζήτητα. Στην πλειονότητά τους οι μεν άντρες λένε: Για ν’ αγαπηθώ, πρέπει να πετύχω, να έχω χρήματα, φήμη και όλα τα συναφή· οι δε γυναίκες προσπαθούν να γίνουν πιο ελκυστικές, προσέχουν το σώμα τους, κάνουν διάφορες επεμβάσεις στο πρόσωπο ή ντύνονται προκλητικά για να εντυπωσιάσουν. Και πάντα περιμένουν το θαύμα, να αγαπήσουν, αλλά ποτέ δεν έρχεται, τους διαφεύγει ένα πολύ απλό μυστικό: για να πάρεις αγάπη, πρέπει πρώτα να δώσεις αγάπη».
   «Κι αν δε βρεις ανταπόκριση;»
   «Όταν δίνεις, δεν περιμένεις να πάρεις ανταλλάγματα. Δεν είναι εμπορεύσιμη η αγάπη, είναι ικανότητα. Τέτοιου είδους διλήμματα μας στρέφουν στην αγάπη προς εαυτόν, κατ’ επέκταση στον εγωισμό, και οι εγωιστές δεν έχουν το σθένος να αγαπούν, βολεύονται», του είπε μ’ εκείνον τον γνωστό πειστικό τρόπο της, ο οποίος πήγαζε από την ευρυμάθειά της και φυσικά από την πνευματική της διαύγεια. «Σαν να διακρίνω μια αμφιβολία στα μάτια σου...»
   «Γιατί εξακολουθώ να πιστεύω πως είναι δύσκολο να φτάσει κανείς σε τέτοια επίπεδα».
   «Το ζήτημα είναι πόσο ψηλά βάζεις τον πήχη. Δεν είναι όλοι ίδιοι. Υπάρχουν άνθρωποι που για διαφορετικούς λόγους ο καθένας, ενώ είχαν φιλοδοξίες, όνειρα, παραιτήθηκαν από τις δυνατότητές τους, τα ταλέντα τους, και το βασικό τους μέλημα έγινε η επιβίωση με οποιονδήποτε τρόπο. Υπάρχουν πάλι άνθρωποι που υποκρίνονται για να γίνουν αρεστοί, βγάζοντας ένα πλαστό πρόσωπο προς τα έξω, που συγκρούεται με την αληθινή τους φύση. Υπάρχουν όμως και άνθρωποι που θέλουν κάθε μέρα να γίνονται καλύτεροι».
   (Από βιβλίο: Κάθετη Έξοδος)

   5. «Όλα ξεκινούν από την ανάγκη μας να τραβήξουμε την προσοχή και την επιβεβαίωση των άλλων. Έτσι μας έμαθαν από παιδιά. Αν δε μας τις δώσουν, τότε πολλές φορές καταφεύγουμε σε βίαιους τρόπους. Γινόμαστε επιθετικοί, επικριτικοί, θύματα και απομονωμένοι· ρόλοι ανταγωνιστικότητας με τους οποίους προσπαθούμε να ελέγξουμε τους άλλους. Εκδηλώνοντας επιθετικότητα, κατορθώνουμε αυτό που θέλουμε με την απειλή του κινδύνου ή του φόβου. Έτσι, όποιος υψώσει τη φωνή, κερδίζει το δίκιο με το μέρος του. Μάθαμε πως μ’ αυτόν τον μηχανισμό έχουμε την ευχέρεια να διεκδικήσουμε ό,τι θέλουμε. Κι αν πάλι επιβληθούμε, που είναι το πιθανότερο, ταυτόχρονα θα χάσουμε την εκτίμηση του άλλου, κι αυτό που θα μείνει μετά θα είναι μια σχέση φόβου».
   «Έχω δει ανθρώπους που συνεχώς είναι θυμωμένοι και με το παραμικρό ξεσπούν στους γύρω τους».
   «Αυτό τούς δίνει ισχύ, κερδίζουν την προσοχή των άλλων με τη βία. Σ’ αυτή την περίπτωση, αν θέλεις να ελέγξεις τον άλλον, χρησιμοποίησε ηρεμία. Όσο θα φοβάται, τόσο θα σου επιτίθεται. Γίνεται επιθετικός από τον ίδιο του τον φόβο. Η άμυνά του είναι η επίθεση. Αντίθετα, όσοι παίζουν τον ρόλο του επικριτή, το κάνουν για να βάλουν τον άλλο σε αμυντική θέση. Με την κριτική και τις ερωτήσεις έχεις τη δυνατότητα ν’ αποστραγγίζεις τους άλλους. Η Κλειώ, ας πούμε, βλέπει κάτι στη συμπεριφορά σου και δεν το εγκρίνει. Εσύ τότε, ασυνείδητα, μπαίνεις στη φάση της απολογίας, και μ’ αυτό τον τρόπο σού αφαιρεί ενέργεια».
   «Συχνό φαινόμενο για την Κλειώ», σχολίασε σύμφωνος ο Στέφανος.
   «Ο επικριτικός έχει ανάγκη από επιβεβαίωση. Όταν πάει να σε πείσει ότι είσαι λάθος, τότε επιβεβαιώνεται ο ίδιος».
   «Η δική μου αντίδραση ποια θα μπορούσε να ήταν στην προκειμένη περίπτωση;»
   «Η αξία σου. Να μην εξαρτάσαι από τη γνώμη των άλλων ούτε κι από την έγκρισή τους. Για να το κάνεις, βέβαια, χρειάζεται να ελευθερωθείς από τον φόβο του λάθους. Όταν φοβόμαστε ότι δεν είμαστε τέλειοι, δημιουργούμε χαμηλή αυτοεικόνα για μας και μεγεθύνουμε το λάθος. Έτσι ανοίγουμε την πόρτα στους άλλους να κάνουν ό,τι θέλουν και να μας αμφισβητούν, ώστε να αποδείξουν τη δική τους αξία… Δεν είμαστε πάντοτε σωστοί, αλλά αξίζει να μας αγαπούν. Αν εσύ είχες αυτοπεποίθηση, δε θα ήσουν εύκολη λεία για τους άλλους, ούτε και για την Κλειώ… Κι ερχόμαστε τώρα στον ρόλο του απομονωμένου, που κλείνεται στον εαυτό του για να τραβήξει την προσοχή των άλλων. Πιστεύει ότι αν υποκρίνεται τον μυστηριώδη ή τον αδιάφορο, κάποιος θα έρθει να τον ρωτήσει αρκετές φορές “Τι έχεις”. Παράδειγμα, μαλώνει ένα ζευγάρι και μετά ο ένας απ’ τους δύο κάνει μούτρα. Δημιουργεί ενοχές ότι φταίει ο άλλος και το θεωρεί ως μόνη λύση για να προστατέψει τον εαυτό του. Πολύ συχνά νιώθει μοναξιά και κρατά αποστάσεις από φόβο μήπως οι άλλοι θα του επιβάλουν τη θέλησή τους. Δεν έχει εμπιστοσύνη στον εαυτό του και δεν αναγνωρίζει τα συναισθήματά του γιατί φοβάται μην παγιδευτεί».
   «Τον ξέρω καλά αυτό τον ρόλο. Από παιδί έμαθα ν’ απομακρύνομαι συναισθηματικά από τους άλλους και το συνεχίζω μέχρι σήμερα…»
   «Το φαντάζομαι και μ’ αρέσει που το αναγνωρίζεις», είπε συγκαταβατικά η Αθηνά. «Και τέλος έχουμε τον ρόλο του θύματος, του καημένου. Νιώθουν συνέχεια αδικημένοι ή αδύναμοι και γι’ αυτό υπεύθυνοι είναι οι άλλοι. Νομίζουν ότι είναι σωστοί, αλλά κάνουν συναισθηματικό εκβιασμό φορτώνοντας με ενοχές τους άλλους. Έτσι καταφέρνουν να τους δεσμεύουν και να τους απομυζούν ενέργεια. Σ’ αυτή την κατηγορία συνήθως τα άτομα είναι απαισιόδοξα, αρέσκονται να αφηγούνται δράματα και να τα βλέπουν όλα μαύρα, γιατί δεν έχουν τη δύναμη να αντιμετωπίσουν τον κόσμο».
   «Αυτό τον ρόλο έπαιζε συνέχεια η Κλειώ. Μια ζωή όλο εγώ έφταιγα για ό,τι γινόταν μεταξύ μας».
   «Ίσως για να της κάνεις τα χατίρια και να μπορεί να σε ελέγχει. Είναι σύνηθες φαινόμενο αυτό για μια γυναίκα, όπως και ο ρόλος του επιθετικού για έναν άντρα».
   «Ναι… Έχω βρεθεί κι εγώ πολλές φορές σ’ αυτή τη θέση», παραδέχτηκε ο Στέφανος αναλογιζόμενος τη διαρκή αντιπαλότητά τους με την Κλειώ.
   «Όπως καταλαβαίνεις, συμμετέχοντας σ’ αυτά τα παιχνίδια, το μόνο που καταφέρνουμε είναι να χάσουμε ενέργεια και να πέσουμε στα μάτια των άλλων».
   «Και πώς μπορεί κανείς να απεμπλακεί από τέτοιου είδους μηχανισμούς;»
   «Όταν πιστέψω ότι είμαι λάθος, τότε αφήνω τους άλλους να παίζουν παιχνίδια δύναμης επάνω μου. Αυτό να σκέφτεσαι τώρα που ξέρεις… Μπορείς να τα παρατηρείς και να τ’ αποφεύγεις. Έχεις τη δύναμη να τ’ αλλάξεις όλα…
   (Από βιβλίο: Κάθετη Έξοδος)